ευρυμέτωπος

-η, -ο (ΑΜ εὐρυμέτωπος, -ον)
αυτός που έχει ευρύ μέτωπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ- + μέτωπον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρυμέτωπος — broad fronted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυμέτωπον — εὐρυμέτωπος broad fronted masc/fem acc sg εὐρυμέτωπος broad fronted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυμετώπους — εὐρυμέτωπος broad fronted masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυμετώπων — εὐρυμέτωπος broad fronted masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυμέτωποι — εὐρυμέτωπος broad fronted masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρυ- — (ΑΜ εὐρυ ) α συνθετικό λέξεων το οποίο προσδίδει στο β συνθετικό τις σημασίες: α) πλατύς, εκτεταμένος (πρβλ. εὐρυτενής, εὐρύτιμος) β) μεγάλος, πολύς (εὐρυγάστωρ, εὐρυδίνης, εὐρυμαθής) γ) βαθύς (εὐρυβέρεθρος) δ) ισχυρός (εὐρυσθενής). ΣΥΝΘ. (Α… …   Dictionary of Greek

  • ευρυμετωπία — η [ευρυμέτωπος] το ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό κατά το οποίο το πλάτος τού μετώπου πλησιάζει το πλάτος τού κρανίου …   Dictionary of Greek

  • μέτωπο — (Ανατ.). Το μεταξύ των δύο κροτάφων, του τριχωτού της κεφαλής και των φρυδιών ανώτερο μέρος του προσώπου του ανθρώπου, καθώς και το πάνω εμπρός μέρος της κεφαλής των ζώων. μετωπιαίο οστό. Οστό, στο πρόσθιο μέρος του κρανίου, που σχηματίζει το… …   Dictionary of Greek

  • μετωπίας — ο (Α μετωπίας) αυτός που έχει μεγάλο, ευρύ ή υψηλό μέτωπο, ευρυμέτωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέτωπον + κατάλ. ίας (πρβλ. κοιλ ίας, χειλ ίας)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.